Λίγο πιο πριν απ’ το μετά

Τα μυστικά παραμένουν μυστικά κι ανομολόγητα, ώρες μοναξιάς ανάμεσα σε συγγενείς και φίλους, στην αρχή που προσπαθείς να μάθεις πώς να το χειριστείς οι καλύτερες στιγμές είναι σε μεγάλες παρέες όπου όλο και κάποιος θα μιλά καλύπτοντας το κενό σου, στη συνέχεια αναπτύσεις δεξιότητες πάνω στο πώς να μιλάς για σένα χωρίς να λες απολύτως τίποτα, κάποιες φορές συμβαίνει σε μπαράκια με δυνατά τη μουσική, πάνω σε όρθια σκαμπό, ακουμπώντας σε μια μπάρα, δίπλα σε τσιγάρα, αναπτήρα μπικ κι ένα ποτό δικό σου, άλλες φορές είναι στον δρόμο ανάμεσα σε αγνώστους, σε ουρές αναμονής, σε μεγάλες αίθουσες αναχώρησης τρένων, ΚΤΕΛ ή αεροπλάνων, ξένος ανάμεσα σε ξένους που να σας συνδέει η προοπτική μιας επικείμενης αναχώρησης παράλληλα με την μη υποχρέωση στο να πει κάποιος κάτι, στο τέλος της όποιας διαδρομής έχει αυτός ο κύκλος εσωστρέφειας νομίζω πως η καλύτερη επιλογή είναι οι φίλοι που γνωρίζοντάς τους αισθάνθηκές πως ήσασταν από πάντα μαζί, φίλοι καρδιακοί και με την ίδια νοοτροπία ζωής, από αυτούς που δεν χρειάζεται να τους πεις και να σου πούνε τίποτα, που περνάτε ώρες, βράδια, νύχτες μαζί και είναι πιο πυκνός ο χρόνος τους από πολλά χρόνια περασμένα με όλους τους άλλους, που ταξιδεύεις χίλια χιλιόμετρα και ένα τραγούδι μόνο και μόνο για να μοιραστείς μια φωτιά όταν ο αναπτήρας σου κολλήσει, δεν είναι στερεοτυπικές εικόνες ενός ανθρώπου μόνου όλα αυτά, απλά έτσι λειτουργούν οι άνθρωποι που δεν χρειάζεται να πουν τα πάντα για να συνεννοηθούν, άνθρωποι που ζουν περισσότερο μέσα από ό,τι αισθάνονται παρά από όσα συμβαίνουν, διαισθητικά ταξίδια ή μεταφορά σε άλλες διαστάσεις; κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος με αυτά τα πράγματα, ο κόσμος είναι πολύ σκληρός με όσους είναι ο εαυτός τους γιατί ακολουθώντας το ένστικτό του κανείς ξεχωρίζει τρομάζοντας όμως τους υπόλοιπους, το να μπορείς να μην επιβεβαιώνεις στον εκάστοτε απέναντι τα χειρότερα σενάρια που νομίζει πως πιστεύεις γι’ αυτόν είναι κάτι πολύ σκληρό για να το αντέξει η πλειοψηφία των πολλών, μερικές φορές τιμωρείσαι από πολύ νωρίς για την διαφορετικότητά σου καλά καλά μόλις αρχίσεις το σχολείο έτσι ώστε ενήλικας πια να έχεις διαμορφώσει την άμυνα που ταιριάζει περισσότερο με την ηλικία σου, μπορεί τα παιδιά να είναι σκληρά όταν είναι μικρά κι ανοίγουν το στόμα τους αλλά είναι σκληρότερο όταν σε αποφεύγουν χωρίς να πουν τίποτα, χωρίς κάτι να εξηγείται, όταν μάλιστα γίνεται συντονισμένα και συντεταγμένα σε μεγαλύτερες τάξεις, σε σχολές, σε δουλειά, οπουδήποτε, εξηγούνται μ’ αυτό τον τρόπο και τα χαμόγελα και η διαχυτικότητα σε όποιον είναι μόνος κι αυτό γιατί η κοινωνικοποίηση είναι η καλύτερη επίθεση που καταφέρνει και κρύβεται πίσω από την άμυνα, πόσα ξενύχτια, πόσες αγωνίες, πόση λύπη και πόσες ερωτήσεις χωρίς απαντήσεις μπορεί να ξεδιπλώσει κανείς για να μετρήσει τα χιλιόμετρα του αδιεξόδου, δεν είναι τα ναρκωτικά η αιτία, είναι το ταξίδι που δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς όταν είσαι εγκλωβισμένος σε πορεία ανάποδα σε αδιέξοδο, πόσοι άνθρωποι γύρω που τελικά δεν πίστεψαν ποτέ σε σένα, πόσες φορές έχεις γίνει προβολή στην εικόνα που έχουν οι άλλοι για σένα αναλόγως της φάσης, της ηλικίας, των ανικανοποίητων επιθυμιών και των συμβιβασμών τους, πόσες απογοητεύσεις και προδοσίες από αυτούς που διάλεξες να έχεις δίπλα σου για τα δύσκολα κι έφυγαν για να μπορέσουν να ρίξουν σε σένα την ευθύνη, πόσες φορές να μηδενίσει ο χρόνος και ν’ αρχίσει απ’ την αρχή να ξαναμετράει, πόσους θανάτους τελοσπάντων αντέχει να χωρέσει κανείς μέσα σε μια γαμημένη ζωή μέχρι να την πάρει επιτέλους στα χέρια του;

Advertisements

Καπνίζοντας έξω

Το θέμα είναι να μη γίνει η αρχή. Άπαξ και γίνει δύσκολα μπορείς ν’ αλλάξεις συνήθειες στη συνέχεια. Άνθρωποι που μιλάς ή χαιρετάς ή ανταλλάσσεις μαζί τους ευχές και άλλα σχετικά σε γενέθλια, γιορτές και επετείους κάπως σαν να παραμερίζουν. Σαν να μπαίνουν στο κάδρο σιγά σιγά και να χάνουν τον κεντρικό ρόλο που παίζουν σ’ αυτό που λέγεται κοινωνικότητα αλλά στην ουσία είσαι εσύ αυτός που κάνει στην άκρη κι απομακρύνεται. Κι είναι όπως η εξουσία του δυνατού που μαγνητίζει τους ανθρώπους αλλά στο αντίθετο αυτό που λειτουργεί εδώ. Μόλις γίνει αντιληπτό ότι δεν σκοπεύεις να κάνεις πρώτος κίνηση εσύ, ο άλλος αποφεύγει το βλέμμα, στρέφεται στη βοήθεια του δικού του κοινού και σ’ αφήνει να συνεχίσεις το μοναχικό σου ταξίδι μέσα στη σιωπή της νυχτερινής θάλασσας.

Την εποχή που οι άνθρωποι είναι τόσο μπλεγμένοι μεταξύ τους και πιασμένοι τόσο σφιχταγκαλιασμένα με τα κοινωνικά δίκτυα ακόμη κι ο ίδιος ο Σαμαράκης θα δυσκολευόταν να πιστέψει πόσο ξεπεράστηκε μέσα σε λίγα χρόνια η διαπίστωσή του για τις στέγες των ανθρώπων τις τόσο κοντινές και τις τόσο μακρινές παράλληλα καρδιές τους. Μέχρι που πιστεύω πως δεν θα μπορούσε να το εκφράσει κιόλας αν τρόμαζε από την συνειδητοποίηση ότι η κοινωνικοποίηση των ανθρώπων σήμερα φέρνει περισσότερο σε ταξίδι που κάνουν οι σταγόνες της βροχής που πέφτουν στο έδαφος παρά σε κουβέντα και άνοιγμα ψυχής, λέμε τώρα. Μία βουβή συνύπαρξη, ένα ταξίδι εκπλήρωσης με το που ακουμπήσουν μία επιφάνεια, χωρίς μελό αποχαιρετισμούς και κουβέντες περιττές. Άλλωστε το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν κι αυτό ήταν γνωστό σε όλους πολύ πριν αναπτυχθεί ο Λόγος.

Δεν χρειάζεται φυσικά να δραματοποιούμε την κατάσταση ούτε να τρέφουμε την drama queen που έχουμε μέσα μας. Απλά εκεί που κάνεις το τσιγάρο σου ανάμεσα σε τόσο κόσμο που γνωρίζεστε και χωρίς να έχετε ανταλλάξει ποτέ ένα γεια, έχετε τουναντίον γράψει κι αισθανθεί ένα σωρό άλλα πράγματα, αληθινά αισθήματα σ’ έναν εικονικό κόσμο, μοιάζει τρομακτικό να μη μπορείς ν’ απλώσεις το χέρι σου και απλά να καταφέρεις να συστηθείς. Ίσως σε μια επόμενη φορά, κάτω από μια ανάρτηση. Σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι, ε;

Ο καφές

25435551_2221416588085312_391237098_o

Τον καφέ που έπινα γλυκό τώρα τον πίνω μέτριο και σιγά σιγά θέλω να καταφέρω να τον κάνω σκέτο. Είτε από κεκτημένη ταχύτητα είτε γιατί ο τύπος στον μπουφέ ξέρει για μένα καλύτερα κι από μένα τον ίδιο, στο ποτήρι δεν σημάδεψε καμία ένδειξη. Σαν να μου λέει πάρε τον χρόνο σου κι εγώ είμαι εδώ ό,τι κι αν αποφασίσεις.

Το πρωί στον δρόμο για τη δουλειά μ’ έπιασε κόκκινο μπροστά από έναν άστεγο που καθόταν στο πεζοδρόμιο πάνω σ’ ένα χαρτόκουτο κρατώντας ένα χαρτόνι που έγραφε “ΒΟΗΘΕΙΑ ΕΙΜΑΙ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΠΕΘΑΙΝΩ”.  Στο πράσινο έφυγα και πήρα μαζί μου τη σκέψη πως οι περισσότεροι δεν θα βοηθούσαν, εύκολο το σκεπτικό πως δεν μπορεί να πεθαίνει κάποιος που είναι ζωντανός κι αρτιμελής μπροστά τους. Έμεινα να κουβαλάω μέσα μου την απορία του πόσες φορές μπορεί να πεθάνει κανείς σε μια ζωή και πόσες γεννήσεις αντέχει να ζήσει. Κόψιμο ομφάλιου λώρου, διακοπή θηλασμού, πριν καλά καλά πατήσουμε πόδι στη ζωή μοιάζει περισσότερο να ήρθαμε ως κατοικίδια συντροφιά σε Λερναία Ύδρα παρά με το ταξίδι ενός Φοίνικα.

Πηγαίνοντας πιο μετά ν’ αγοράσω κάτι απαραίτητο για μένα, η ειδικός μου είπε πως τον πρώτο καιρό θα πονάω. Εκεί ήταν που σκέφτηκα πως “ξέρω από πόνο” και την ίδια στιγμή μια ανατριχίλα σκαρφάλωσε στον σβέρκο, μόνο με την σκέψη πως είναι κάπου εκεί έξω κι ας μην τον νοιώθω. Δεν ξεχνιέμαι, αν ποτέ πονέσεις πραγματικά στο σώμα έστω και μια φορά ακόμη κι οι λέξεις έχουν άλλη βαρύτητα, όσο δύσκολα κι αν διεκπεραιώνεις κάτι μοιάζεις να μην σε καταβάλει τίποτα και κανένας.

Κύκλοι που διαγράφονται γύρω από άλλους κύκλους, λόγια που λέγονται και σκέψεις που απλά εξατμίζονται, ο καθένας και το χαρτόνι του, πώς αλήθεια να βοηθήσεις κάποιον που μοιάζει τόσο πολύ με σένα, εσύ ο ίδιος ξέρεις ποιός είσαι;

 

Σαν σήμερα

Το ’95 εκεί στα πέριξ της Πανόρμου ήμουν με μια φίλη και ψάχναμε βραδιάτικα ένα μέρος για να τσιμπήσουμε κάτι. Ήταν ο Μυτάρας πάνω στη λεωφόρο, ένα – δύο πιο οικογενειακά στη πλατειούλα αλλά εμείς προτιμήσαμε από τίτλο ένα πιο απόμερο, το “Καπηλειό ο Μετανάστης”. Ήταν μαγαζί που μονίμως δεν είχε πολύ κόσμο κι αυτό δεν πρέπει να οφειλόταν στην φτωχή πλην τίμια κουζίνα του αλλά σε παράγοντες όπως ότι ο σερβιτόρος που ήταν κι ο ιδιοκτήτης ήταν εντελώς αντιεμπορικός, με λόγια τα απολύτως απαραίτητα συν ότι λέξεις έγραφε κι ο κατάλογος, με ρεμπέτικα να βγαίνουν σε μόνιμη βάση από τα ηχεία και μια σιωπή στα κενά των τραγουδιών τόσο παχιά που ώρες ώρες σκέπαζε και τη μουσική όταν είχε ήδη αρχίσει ο ενισχυτής να παίζει.

Την ένταση που υπήρχε εκείνο το βράδυ αμίλητη στον αέρα σαν πάχνη που είχε κάτσει στα κεφάλια μας, τον ηλεκτρισμό που εξέπεμπε ο χώρος, τη μουσική και ό,τι άλλο περιείχε τον μετανάστη μέσα του – όπως τα κάδρα με τις φωτογραφίες του ’60, προσωπικά αντικείμενα ντεκόρ όχι στη κουλτούρα της επίδειξης αλλά ενσωματωμένα στον χαρακτήρα του χώρου, ακόμη και τα τσιγάρα του Άσσος κασετίνα που κάπνιζε αργά αργά όταν δεν είχε εκκρεμότητες με τα τραπέζια – όλα εκεί μέσα αναδείκνυαν την άλλη όψη του μετανάστη. Όχι αυτού που έφυγε απ’ τη μιζέρια της Ψωροκώσταινας, για να παίρνει το καλό μεροκάματο που του αξίζει ή που ασχολείται μόνο με τη δουλειά του έχοντας δεδομένη την ακρίβεια στην ώρα που περνάει η συγκοινωνία του ή κλείνοντας από καιρό ραντεβού για τις ετήσιες ιατρικές του εξετάσεις. Το καπηλειό, περισσότερο απ’ όλα έβγαζε προς τα έξω την δύναμη της μοναξιάς που σε χαλυβδώνει όταν είσαι μακριά από κάθε τι αγαπημένο και το μελετάς νοσταλγώντας την επιστροφή ακόμη κι όταν ξέρεις ότι επιστρέφοντας τίποτα δεν θα είναι πάλι ίδιο.

Όλα αυτά μαζί τα θυμάμαι σήμερα κι ακόμη μ’ ανατριχιάζουν, σήμερα που έριξα μια ματιά στα κλειστά πατζούρια και σκέφτηκα τον ένα χρόνο κλεισμένο έξω του μετανάστη που μετράει τις αμέτρητες μέρες για να γυρίσει, να μπει στο σπίτι και ν’ ανοίξει τα στόρια, κι αφού κάνει ένα σιωπηλό τσιγάρο χαζεύοντας τις ίδιες εικόνες με αυτές που φεύγοντας άφησε πίσω του, να σηκωθεί να συνεχίσει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα απ’ όλα.

Να προχωρήσει μπροστά.

Είναι κανείς εδώ;

21057896_2161938610699777_1580723252_o.jpg

Είναι κάποιοι άνθρωποι που το παρόν δεν το αντέχουν. Παρόλα αυτά κυκλοφορούν ανάμεσα στους άλλους και τους συναντάς στα πιο συνηθισμένα μέρη, να συμπεριφέρονται σαν να μην έχει αλλάξει γύρω τους τίποτα.

Είναι αυτοί που κάθονται στο τραπέζι του καφενείου και βγάζουν το τσιγάρο τους από ένα πακέτο Sante ή αυτοί που περιμένουν στη γέφυρα να γεμίσει το καραβάκι για να περάσουν απέναντι στο Αντίριο, ίδιοι μ’ αυτόν που πηγαίνει κάθε μέρα στο νεκροταφείο ν’ ανάψει το καντήλι στην κυρά του και να της πει τα όποια χθεσινά νέα ή μ’ αυτόν που περνά για ένα “γεια” στα κλεφτά, από μέρη που κάποτε ήταν γεμάτα ζωή και τώρα ρημάζουν άδεια, στεγνά, κουβαλώντας μέσα τους ανθρώπους που ξεσυνήθισαν τη γλυκάδα μιας κουβέντας.

 

 

Περιμένοντας


Στα χρόνια που πέρασαν – και έχουν περάσει κάμποσα – είμαι ο ίδιος με αυτόν που ήμουν πριν αρχίσουν να περνάνε. Πέραν δηλαδή του ονοματεπωνύμου που παραμένει ως είχε από πάντα, είμαι ο ίδιος με αυτόν που θυμάται σαν χθες το βράδυ που έχασα το σινεμά με τη παρέα στο Γυμνάσιο, το τέλος μιας σχέσης της Α’ Λυκείου, τις πρώτες διακοπές με φίλους καλοκαίρι, το κοριτσάκι που βάφτισα, τον πανικό απ’ τα σπρωξίματα στο πρώτο γκολ μέσα στη Σκεπαστή αλλά και τις συνέχειες όλων αυτών, με κάθε λογής σμιξίματα, χωρισμούς, φάσεις από στρατιωτικό, συναυλίες, γήπεδο, διακοπές κι ένα σωρό ακόμη ορόσημα, τα οποία θυμάμαι σαν χθες.

Κι αναρωτιέμαι πώς γίνεται ακριβώς, ποιός να είναι αυτός ο μηχανισμός που αφενός ενεργοποιεί τις αισθήσεις μας εντελώς αντανακλαστικά ως άρνηση της πραγματικότητας, τη στιγμή που έκπληκτοι διαπιστώνουμε πως το βαφτιστήρι τελείωσε κιόλας το Πανεπιστήμιο ή ότι αυτή η φωτογραφία στο άλμπουμ που σε δείχνει μετά τα νεύρα που είχες για το μηχανάκι που χάλασε είναι μόλις (!) πριν 20 χρόνια, αφετέρου δε όλος αυτός ο χρόνος που έχει περάσει σε έχει ακουμπήσει περισσότερο εσωτερικά απ’ ότι δείχνεις κι εσύ ο ίδιος σαν εικόνα. Σαν ν’ αφήνεις το σώμα σου ν’ ακολουθεί τους κοινωνικούς κύκλους που επιτάσσουν οι εκάστοτε επιταγές της στιγμής ενώ παράλληλα το μυαλό κόβει δρόμο μέσα από deja vu χαρτογραφημένες διαδρομές. Και παραδόξως το σώμα ακολουθώντας τη φυσική του φθορά να δείχνει ως φυσιολογικό όποιο σημάδι την τονίζει, σε αντίθεση με τη πορεία του μυαλού που ξενίζει πολύ περισσότερο είτε όταν εκφράζεται αντιδιαμετρικά με το αναμενόμενο κόστος είτε ακόμη περισσότερο όταν δεν ακολουθεί μια πιο γραμμική πορεία.

Ίσως γι’ αυτό τελικά το “εγώ είμαι εδώ” συναίσθημα που τρέφεις για τους ανθρώπους σου να μην είναι και τόσο άδικο να παρεξηγείται καθώς η ένταση της παρουσίας του είναι αντιστρόφως ανάλογη με την απουσία ενσυναίσθησης των περισσοτέρων από αυτούς.

Λευκή καταιγίδα


Είκοσι χρόνια μπορεί να είναι είκοσι χρόνια μπορεί όμως να είναι και μισή ζωή. Ο καθένας έχει τη δική του μονάδα μέτρησης πέραν της απτής κοινής αριθμητικής. Μονάδα που συνίσταται με μουσικές, εποχές, σχέσεις, φίλους, παρέες, γεγονότα. Κάποιες φορές μπορεί να μην είναι και τίποτα απ’ όλα αυτά. Ένα πρωί φεύγοντας, κλείνεις τη πόρτα χωρίς ούτε καν εσύ ο ίδιος να ξέρεις πως θ’ αργήσεις τόσο να επιστρέψεις. Και ο χρόνος παγώνει μαζί με τις αναμνήσεις.

Στο τηλέφωνο μαθαίνεις κάποια νέα, το ίδιο και σε οικογενειακά τραπέζια αλλά όλο αυτό είναι πολύ επιφανειακό και δεν σ’ ακουμπάει. Πρέπει να το ζήσεις για να το νοιώσεις. Να κοιτάξεις, ν’ ακουμπήσεις, να μυρίσεις, να περπατήσεις. Να γυρίσεις. Και γύρισα.

Βγαίνοντας απ’το αμάξι, αμηχανία. Τίποτα δεν είναι ίδιο. Ίσως φταίει ότι είναι ακόμη αρχή, όλα θέλουν τον χρόνο τους. Ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι και το χέρι αυθόρμητα ψάχνει να βρει στο ραδιόφωνο έναν οποιοδήποτε τοπικό σταθμό. Περιμένεις να έρθει το πρωινό, σηκώνεσαι πρώτος και βγαίνεις έξω αθόρυβα και μυστικά ενώ κοιμούνται όλοι. Ίδιος με λαγωνικό φερμάρεις κάθε μέρος που γύρναγες πεζός ή με το ποδήλατο, τα βήματά σου ξετρυπώνουν κάθε ανάμνηση που σε περιμένει ατόφια να εμφανιστείς. Περνάς απ’ το σημείο όπου έγινε το μεγάλο χτύπημα με το ποδήλατο, χαζεύεις το μέρος που είχατε το δεντρόσπιτο καθώς τώρα δεν υπάρχει τίποτα που να το θυμίζει, σταματάς έξω απ’ το σπίτι όπου έμενε ο πρώτος σου έρωτας και την αυλή του όπου της έδωσες ένα ερωτικό γράμμα μέσα στον ασπρομπλέ φάκελλο της αλληλογραφίας. Απ’ έξω έχει ένα κηδειόχαρτο. Για δευτερόλεπτα πιάνεις τον εαυτό σου να ψάχνει με αγωνία το όνομα, ευτυχώς είναι μιας γιαγιάς 96 ετών, ευτυχώς ό,τι δεν ξέρεις δεν υπάρχει κι αν υπάρχει θα πρέπει να είναι καλά όπου κι αν είναι. 

Επιστροφή στο σπίτι με τα πόδια μες το ψιλόβροχο, πουθενά ο χωματόδρομος που λέρωνες τα παπούτσια. Ανοίγεις την εξώπορτα και σου φαίνεται ότι έφτασες πολύ γρήγορα, έχει περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή που ήσουν μικρός και νόμιζες και τα μικρά μεγάλα. Μόνη εξαίρεση το ψιλόβροχο που πέρασες για καταιγίδα. Ίσως φταίει που οι ηλεκτρικές εκκενώσεις ήταν μόνο δικές σου.