Ο καφές

25435551_2221416588085312_391237098_o

Τον καφέ που έπινα γλυκό τώρα τον πίνω μέτριο και σιγά σιγά θέλω να καταφέρω να τον κάνω σκέτο. Είτε από κεκτημένη ταχύτητα είτε γιατί ο τύπος στον μπουφέ ξέρει για μένα καλύτερα κι από μένα τον ίδιο, στο ποτήρι δεν σημάδεψε καμία ένδειξη. Σαν να μου λέει πάρε τον χρόνο σου κι εγώ είμαι εδώ ό,τι κι αν αποφασίσεις.

Το πρωί στον δρόμο για τη δουλειά μ’ έπιασε κόκκινο μπροστά από έναν άστεγο που καθόταν στο πεζοδρόμιο πάνω σ’ ένα χαρτόκουτο κρατώντας ένα χαρτόνι που έγραφε “ΒΟΗΘΕΙΑ ΕΙΜΑΙ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΠΕΘΑΙΝΩ”.  Στο πράσινο έφυγα και πήρα μαζί μου τη σκέψη πως οι περισσότεροι δεν θα βοηθούσαν, εύκολο το σκεπτικό πως δεν μπορεί να πεθαίνει κάποιος που είναι ζωντανός κι αρτιμελής μπροστά τους. Έμεινα να κουβαλάω μέσα μου την απορία του πόσες φορές μπορεί να πεθάνει κανείς σε μια ζωή και πόσες γεννήσεις αντέχει να ζήσει. Κόψιμο ομφάλιου λώρου, διακοπή θηλασμού, πριν καλά καλά πατήσουμε πόδι στη ζωή μοιάζει περισσότερο να ήρθαμε ως κατοικίδια συντροφιά σε Λερναία Ύδρα παρά με το ταξίδι ενός Φοίνικα.

Πηγαίνοντας πιο μετά ν’ αγοράσω κάτι απαραίτητο για μένα, η ειδικός μου είπε πως τον πρώτο καιρό θα πονάω. Εκεί ήταν που σκέφτηκα πως “ξέρω από πόνο” και την ίδια στιγμή μια ανατριχίλα σκαρφάλωσε στον σβέρκο, μόνο με την σκέψη πως είναι κάπου εκεί έξω κι ας μην τον νοιώθω. Δεν ξεχνιέμαι, αν ποτέ πονέσεις πραγματικά στο σώμα έστω και μια φορά ακόμη κι οι λέξεις έχουν άλλη βαρύτητα, όσο δύσκολα κι αν διεκπεραιώνεις κάτι μοιάζεις να μην σε καταβάλει τίποτα και κανένας.

Κύκλοι που διαγράφονται γύρω από άλλους κύκλους, λόγια που λέγονται και σκέψεις που απλά εξατμίζονται, ο καθένας και το χαρτόνι του, πώς αλήθεια να βοηθήσεις κάποιον που μοιάζει τόσο πολύ με σένα, εσύ ο ίδιος ξέρεις ποιός είσαι;

 

Advertisements

Σαν σήμερα

Το ’95 εκεί στα πέριξ της Πανόρμου ήμουν με μια φίλη και ψάχναμε βραδιάτικα ένα μέρος για να τσιμπήσουμε κάτι. Ήταν ο Μυτάρας πάνω στη λεωφόρο, ένα – δύο πιο οικογενειακά στη πλατειούλα αλλά εμείς προτιμήσαμε από τίτλο ένα πιο απόμερο, το “Καπηλειό ο Μετανάστης”. Ήταν μαγαζί που μονίμως δεν είχε πολύ κόσμο κι αυτό δεν πρέπει να οφειλόταν στην φτωχή πλην τίμια κουζίνα του αλλά σε παράγοντες όπως ότι ο σερβιτόρος που ήταν κι ο ιδιοκτήτης ήταν εντελώς αντιεμπορικός, με λόγια τα απολύτως απαραίτητα συν ότι λέξεις έγραφε κι ο κατάλογος, με ρεμπέτικα να βγαίνουν σε μόνιμη βάση από τα ηχεία και μια σιωπή στα κενά των τραγουδιών τόσο παχιά που ώρες ώρες σκέπαζε και τη μουσική όταν είχε ήδη αρχίσει ο ενισχυτής να παίζει.

Την ένταση που υπήρχε εκείνο το βράδυ αμίλητη στον αέρα σαν πάχνη που είχε κάτσει στα κεφάλια μας, τον ηλεκτρισμό που εξέπεμπε ο χώρος, τη μουσική και ό,τι άλλο περιείχε τον μετανάστη μέσα του – όπως τα κάδρα με τις φωτογραφίες του ’60, προσωπικά αντικείμενα ντεκόρ όχι στη κουλτούρα της επίδειξης αλλά ενσωματωμένα στον χαρακτήρα του χώρου, ακόμη και τα τσιγάρα του Άσσος κασετίνα που κάπνιζε αργά αργά όταν δεν είχε εκκρεμότητες με τα τραπέζια – όλα εκεί μέσα αναδείκνυαν την άλλη όψη του μετανάστη. Όχι αυτού που έφυγε απ’ τη μιζέρια της Ψωροκώσταινας, για να παίρνει το καλό μεροκάματο που του αξίζει ή που ασχολείται μόνο με τη δουλειά του έχοντας δεδομένη την ακρίβεια στην ώρα που περνάει η συγκοινωνία του ή κλείνοντας από καιρό ραντεβού για τις ετήσιες ιατρικές του εξετάσεις. Το καπηλειό, περισσότερο απ’ όλα έβγαζε προς τα έξω την δύναμη της μοναξιάς που σε χαλυβδώνει όταν είσαι μακριά από κάθε τι αγαπημένο και το μελετάς νοσταλγώντας την επιστροφή ακόμη κι όταν ξέρεις ότι επιστρέφοντας τίποτα δεν θα είναι πάλι ίδιο.

Όλα αυτά μαζί τα θυμάμαι σήμερα κι ακόμη μ’ ανατριχιάζουν, σήμερα που έριξα μια ματιά στα κλειστά πατζούρια και σκέφτηκα τον ένα χρόνο κλεισμένο έξω του μετανάστη που μετράει τις αμέτρητες μέρες για να γυρίσει, να μπει στο σπίτι και ν’ ανοίξει τα στόρια, κι αφού κάνει ένα σιωπηλό τσιγάρο χαζεύοντας τις ίδιες εικόνες με αυτές που φεύγοντας άφησε πίσω του, να σηκωθεί να συνεχίσει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα απ’ όλα.

Να προχωρήσει μπροστά.

Είναι κανείς εδώ;

21057896_2161938610699777_1580723252_o.jpg

Είναι κάποιοι άνθρωποι που το παρόν δεν το αντέχουν. Παρόλα αυτά κυκλοφορούν ανάμεσα στους άλλους και τους συναντάς στα πιο συνηθισμένα μέρη, να συμπεριφέρονται σαν να μην έχει αλλάξει γύρω τους τίποτα.

Είναι αυτοί που κάθονται στο τραπέζι του καφενείου και βγάζουν το τσιγάρο τους από ένα πακέτο Sante ή αυτοί που περιμένουν στη γέφυρα να γεμίσει το καραβάκι για να περάσουν απέναντι στο Αντίριο, ίδιοι μ’ αυτόν που πηγαίνει κάθε μέρα στο νεκροταφείο ν’ ανάψει το καντήλι στην κυρά του και να της πει τα όποια χθεσινά νέα ή μ’ αυτόν που περνά για ένα “γεια” στα κλεφτά, από μέρη που κάποτε ήταν γεμάτα ζωή και τώρα ρημάζουν άδεια, στεγνά, κουβαλώντας μέσα τους ανθρώπους που ξεσυνήθισαν τη γλυκάδα μιας κουβέντας.

 

 

Περιμένοντας


Στα χρόνια που πέρασαν – και έχουν περάσει κάμποσα – είμαι ο ίδιος με αυτόν που ήμουν πριν αρχίσουν να περνάνε. Πέραν δηλαδή του ονοματεπωνύμου που παραμένει ως είχε από πάντα, είμαι ο ίδιος με αυτόν που θυμάται σαν χθες το βράδυ που έχασα το σινεμά με τη παρέα στο Γυμνάσιο, το τέλος μιας σχέσης της Α’ Λυκείου, τις πρώτες διακοπές με φίλους καλοκαίρι, το κοριτσάκι που βάφτισα, τον πανικό απ’ τα σπρωξίματα στο πρώτο γκολ μέσα στη Σκεπαστή αλλά και τις συνέχειες όλων αυτών, με κάθε λογής σμιξίματα, χωρισμούς, φάσεις από στρατιωτικό, συναυλίες, γήπεδο, διακοπές κι ένα σωρό ακόμη ορόσημα, τα οποία θυμάμαι σαν χθες.

Κι αναρωτιέμαι πώς γίνεται ακριβώς, ποιός να είναι αυτός ο μηχανισμός που αφενός ενεργοποιεί τις αισθήσεις μας εντελώς αντανακλαστικά ως άρνηση της πραγματικότητας, τη στιγμή που έκπληκτοι διαπιστώνουμε πως το βαφτιστήρι τελείωσε κιόλας το Πανεπιστήμιο ή ότι αυτή η φωτογραφία στο άλμπουμ που σε δείχνει μετά τα νεύρα που είχες για το μηχανάκι που χάλασε είναι μόλις (!) πριν 20 χρόνια, αφετέρου δε όλος αυτός ο χρόνος που έχει περάσει σε έχει ακουμπήσει περισσότερο εσωτερικά απ’ ότι δείχνεις κι εσύ ο ίδιος σαν εικόνα. Σαν ν’ αφήνεις το σώμα σου ν’ ακολουθεί τους κοινωνικούς κύκλους που επιτάσσουν οι εκάστοτε επιταγές της στιγμής ενώ παράλληλα το μυαλό κόβει δρόμο μέσα από deja vu χαρτογραφημένες διαδρομές. Και παραδόξως το σώμα ακολουθώντας τη φυσική του φθορά να δείχνει ως φυσιολογικό όποιο σημάδι την τονίζει, σε αντίθεση με τη πορεία του μυαλού που ξενίζει πολύ περισσότερο είτε όταν εκφράζεται αντιδιαμετρικά με το αναμενόμενο κόστος είτε ακόμη περισσότερο όταν δεν ακολουθεί μια πιο γραμμική πορεία.

Ίσως γι’ αυτό τελικά το “εγώ είμαι εδώ” συναίσθημα που τρέφεις για τους ανθρώπους σου να μην είναι και τόσο άδικο να παρεξηγείται καθώς η ένταση της παρουσίας του είναι αντιστρόφως ανάλογη με την απουσία ενσυναίσθησης των περισσοτέρων από αυτούς.

Λευκή καταιγίδα


Είκοσι χρόνια μπορεί να είναι είκοσι χρόνια μπορεί όμως να είναι και μισή ζωή. Ο καθένας έχει τη δική του μονάδα μέτρησης πέραν της απτής κοινής αριθμητικής. Μονάδα που συνίσταται με μουσικές, εποχές, σχέσεις, φίλους, παρέες, γεγονότα. Κάποιες φορές μπορεί να μην είναι και τίποτα απ’ όλα αυτά. Ένα πρωί φεύγοντας, κλείνεις τη πόρτα χωρίς ούτε καν εσύ ο ίδιος να ξέρεις πως θ’ αργήσεις τόσο να επιστρέψεις. Και ο χρόνος παγώνει μαζί με τις αναμνήσεις.

Στο τηλέφωνο μαθαίνεις κάποια νέα, το ίδιο και σε οικογενειακά τραπέζια αλλά όλο αυτό είναι πολύ επιφανειακό και δεν σ’ ακουμπάει. Πρέπει να το ζήσεις για να το νοιώσεις. Να κοιτάξεις, ν’ ακουμπήσεις, να μυρίσεις, να περπατήσεις. Να γυρίσεις. Και γύρισα.

Βγαίνοντας απ’το αμάξι, αμηχανία. Τίποτα δεν είναι ίδιο. Ίσως φταίει ότι είναι ακόμη αρχή, όλα θέλουν τον χρόνο τους. Ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι και το χέρι αυθόρμητα ψάχνει να βρει στο ραδιόφωνο έναν οποιοδήποτε τοπικό σταθμό. Περιμένεις να έρθει το πρωινό, σηκώνεσαι πρώτος και βγαίνεις έξω αθόρυβα και μυστικά ενώ κοιμούνται όλοι. Ίδιος με λαγωνικό φερμάρεις κάθε μέρος που γύρναγες πεζός ή με το ποδήλατο, τα βήματά σου ξετρυπώνουν κάθε ανάμνηση που σε περιμένει ατόφια να εμφανιστείς. Περνάς απ’ το σημείο όπου έγινε το μεγάλο χτύπημα με το ποδήλατο, χαζεύεις το μέρος που είχατε το δεντρόσπιτο καθώς τώρα δεν υπάρχει τίποτα που να το θυμίζει, σταματάς έξω απ’ το σπίτι όπου έμενε ο πρώτος σου έρωτας και την αυλή του όπου της έδωσες ένα ερωτικό γράμμα μέσα στον ασπρομπλέ φάκελλο της αλληλογραφίας. Απ’ έξω έχει ένα κηδειόχαρτο. Για δευτερόλεπτα πιάνεις τον εαυτό σου να ψάχνει με αγωνία το όνομα, ευτυχώς είναι μιας γιαγιάς 96 ετών, ευτυχώς ό,τι δεν ξέρεις δεν υπάρχει κι αν υπάρχει θα πρέπει να είναι καλά όπου κι αν είναι. 

Επιστροφή στο σπίτι με τα πόδια μες το ψιλόβροχο, πουθενά ο χωματόδρομος που λέρωνες τα παπούτσια. Ανοίγεις την εξώπορτα και σου φαίνεται ότι έφτασες πολύ γρήγορα, έχει περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή που ήσουν μικρός και νόμιζες και τα μικρά μεγάλα. Μόνη εξαίρεση το ψιλόβροχο που πέρασες για καταιγίδα. Ίσως φταίει που οι ηλεκτρικές εκκενώσεις ήταν μόνο δικές σου.

Ο νους μας είναι αληταριό που όλο θα δραπετεύει

  

Έξι παρά, φθινόπωρο, Αθήνα. Είναι η ώρα που πέφτει αργά ο ήλιος και μες το αυτοκίνητο έχεις να διαχειριστείς κίνηση, τηλέφωνα, μουσική, συνοδηγό, εικόνες, σκέψεις. Προσπερνώ έναν παππούλη που στέκεται ακίνητος στη μέση της καθέτου που συναντά τον δρόμο μου περιμένοντας να δει τί θα κάνω. Δεν κουνάει ούτε βλέφαρο όπως με κοιτάει – όχι εμένα, τη λαμαρίνα – δεν πάει ούτε εμπρός ούτε πίσω. Δεν είναι ότι αφήνει σε μένα τη πρωτοβουλία, απλά είναι παραδομένος στο αυτοκίνητο, δεν διεκδικεί ούτε ένα εκατοστό γης για τον εαυτό του, περιμένει να δει τί θα κάνω και πού θα πάω για να μου παραχωρήσει τον χώρο. Δεν ήταν ευγένεια αυτό που έβλεπα στα μάτια του. Ήταν μια δημόσια παραδοχή ήττας. Θα μπορούσα να νοιώθω δυνατός και από θέση ισχύος αν στο ίδιο σημείο το περασμένο Σάββατο ένα τζιπάκι δεν παραβίαζε το στοπ, χτυπώντας με δύναμη το αυτοκίνητο που βρισκόταν στο ίδιο σημείο με μένα τώρα.

Ο κόσμος εκτός από μικρός είναι και μια αλληλουχία πραγμάτων. Εκεί που είσαι ήμουνα, εδώ που είμαι θά ´ρθεις, όταν εσύ πήγαινες εγώ ερχόμουν και ναι, η γη είναι στρογγυλή και γυρίζει.

Έξι ακριβώς, ο Χ προσγειώνεται στο Όσλο σε αναζήτηση μιας καινούργιας ζωής. Είναι η στιγμή της Ιστορίας όπου τα λεφτόδεντρα του εξωτερικού έχουν περισσότερους καρπούς σε σχέση με τα αποξηραμένα δικά μας. Δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που το προσπαθεί. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι οικονομίες των πρώτων χρόνων του Χ θα πάνε σε αποπληρωμή των χρεών που πρόλαβε να δημιουργήσει η ατομική του επιχείρηση που πλέον έκλεισε. Σε τρία χρόνια ζωής. Όπως ακριβώς συνέβη και σε αρκετούς ακόμη που γνωρίζω. Τα ζιζάνια που θρέφτηκαν μέχρι τώρα στο ίδιο χώμα με τα λεφτόδεντρα, θα συνεχίσουν να ποτίζονται από τα λιγοστά χρήματα που θ’ αρχίσουν να έρχονται. Κανένα πρόβλημα όσο η μνήμη παραμένει κοντή.

Έξι παρά και στο Όσλο αυτή τη στιγμή ο ουρανός θα είναι σίγουρα διαφορετικός σε σχέση με τον δικό μας. Όπως και η θερμοκρασία, το κλίμα, ο τρόπος ζωής και πολλά άλλα. Για παράδειγμα, εκεί οι πεζοί δεν στέκονται στη μέση του δρόμου να περιμένουν τα αυτοκίνητα για να διασχίσουν τα στενά, η όποια ήττα είναι προσωπική και σιωπηλή, δεν κυκλοφορεί στους δρόμους ούτε ομολογείται δημοσίως γι’ αυτό και είναι πολύ πιο βαθιά και εσωτερική. Εκεί το κράτος δεν έχει μερίδιο ευθύνης στις επιλογές σου, αν σε κάτι αποτύχεις ο φταίχτης είσαι αποκλειστικά εσύ, τα ιδιωτικά προβλήματα λύνονται εντός των τειχών εμπλουτίζοντας πιο σκοτεινές στατιστικές, δεν υπάρχουν Νορβηγοί μετανάστες στη πτήση προς Αθήνα, μόνο τουρίστες. 

Τόσες χιλιάδες χρόνια και κάποια εκατομμύρια κύκλοι γύρω από τον άξονά μας δεν πήγαν τσάμπα στη διαδρομή από τα τείχη στους τοίχους, ύστερα στους φράκτες και κατάληξη στις χρυσές φυλακές. Καταφέραμε να εκπληρώσουμε μια τραγική ειρωνία που όσο πιο αόρατα θέλει να είναι τα σύνορα άλλο τόσο αδιαπέραστα να τα κάνει. Τουλάχιστον σου μένει η προτροπή της αεροσυνοδού όταν σερβίρει το δίσκο με το γεύμα. “Καλή σας απόλαυση!”

Η τελευταία φορά

  

“Να ξέρεις φίλε μου πως ήταν το τελευταίο πακέτο αυτό που σου έφερα με τα 20 στο κουτί. Το άλλο όπως βλέπεις είναι χάρτινο και θα έχει τη μισή τιμή και 10 τσιγάρα μέσα. Στο λέω γιατί εγώ για σένα τα παράγγελνα, να το ξέρεις πως αυτό ήταν. Τέλος!”

Ήταν οι κουβέντες του ψιλικατζή της γειτονιάς, όταν του ζήτησα το πακέτο μου. Δεν μπόρεσα να δεχτώ εύκολα τη πληροφορία, κοιτούσα το πακέτο που μου είχε εμφανίσει πάνω στον πάγκο του και δεν έπαιρνα τα ρέστα μου για δευτερόλεπτα. Στο πρόσωπό του είδα ένα χαμόγελο συγκατάβασης μαζί με μια λύπη γιατί έπρεπε αυτός να κάνει τη δυσάρεστη ανακοίνωση αλλά και τη κατανόηση ενός ανθρώπου του πεζοδρομίου προς το πρόσωπό μου, ένας βουβός θρήνος για όλα αυτά τα μικρά που μας δίνουν χαρά όταν τα κάνουμε μεγάλα και που τώρα πια πρέπει ν’ αποχωριστώ.

Γύρισα σπίτι και βγήκα στη βεράντα να κάνω ένα τσιγάρο. Έβαλα τα δυο πακέτα δίπλα δίπλα και μπήκα στον πειρασμό να σκεφτώ κάποιες από τις “τελευταίες φορές” της ζωής μου, αποχωρισμούς που έμαθα να διαχειρίζομαι παρά τη θέλησή μου με αυτά τα μικρά μεγάλα πράγματα που ομορφαίνουν το μέσα μας. Μέτρησα διάφορες τελευταίες φορές στα συννεφάκια του καπνού που έστελνα στον ουρανό που είτε αφορούσαν επιλογή τρίτων που έπρεπε ν’ ακολουθήσω όπως έναν καφέ στο παλιό Journal στη Θεσσαλονίκη πριν κατέβω, ένα ποτό στο Mo Better πριν κλείσει, τα χωμάτινα πηγαινέλα από Κατάπολα σε Αιγιάλη τη χρονιά πριν στρώσουν την άσφαλτο, την Εστία πριν κλείσει στη Σόλωνος, το γέμισμα του ρεζερβουάρ στη Mobil του Νότη στη Πανόρμου είτε αφορούσαν επιλογή μου όπως το παρκάρισμα των πλήκτρων στο δωμάτιο μετά από ένα live στον Πειραιά ή τον μεσημεριανό καφέ στο Rezin. 

Μεταξύ όλων όμως, δύο είναι οι τελευταίες φορές που ξεχώρισα. Το τελευταίο μου πακέτο Pall Mall άφιλτρα, η για χρόνια ολόκληρα συντροφιά μου σε απώλειες δικών μου ανθρώπων, χωρισμούς, στρατό, συναυλίες, βόλτες, τα πιο όμορφά μου νιάτα. Και η τελευταία μέρα που εξέπεμψε ο Ρόδον FM. Ο σταθμός που άκουγα αποκλειστικά σχεδόν όλες τις ώρες της ημέρας με μουσικές που μαζί τους διάβαζα βιβλία, έδινα εξετάσεις, έκανα έρωτα, διασκέδαζα, με ήχους και κριτικές δίσκων που άκουγα από παραγωγούς όπως ο Μηλάτος, ο Δασκαλόπουλος, ο Θοδωρής Μανίκας, με τη παρέα που μου έκαναν οι εκπομπές του Αντώνη Μπόκτορ μετά τα μεσάνυχτα και οι κουβέντες που κάναμε στο τηλέφωνο μαζί, τη “μυστική” συναυλία με τους Mary Chain στη παραλία, πόσα να θυμηθώ για να περιγράψω την ένταση που μου δημιούργησε η ανακοίνωση πως σταματάνε. Ακόμη και σήμερα δεν έχω καταφέρει να δεθώ με έναν σταθμό και τους ανθρώπους του τόσο πολύ όσο με τον Ρόδον.

Αν και προσπάθησα να εξηγήσω με επιχειρήματα τη λογική της εταιρείας που την οδήγησε στην κατάργηση του πακέτου, δεν βρήκα κατάληξη. Ίσως τελικά να μην έχει να κάνει ούτε με λογική, ούτε με επιχειρήματα. Ίσως απλά να είναι άλλη μια σελίδα στο βιβλίο με τις ιστορίες που περνάνε προφορικά από γενιά σε γενιά, φορτωμένες με αναμνήσεις και συγκινήσεις των οποίων  η προϋπόθεση ύπαρξης, είναι η ταυτόχρονη ανυπαρξία της ύλης που θα μπορούσε να τις απομυθοποιήσει σε κάποια αφήγηση.