Λευκή καταιγίδα


Είκοσι χρόνια μπορεί να είναι είκοσι χρόνια μπορεί όμως να είναι και μισή ζωή. Ο καθένας έχει τη δική του μονάδα μέτρησης πέραν της απτής κοινής αριθμητικής. Μονάδα που συνίσταται με μουσικές, εποχές, σχέσεις, φίλους, παρέες, γεγονότα. Κάποιες φορές μπορεί να μην είναι και τίποτα απ’ όλα αυτά. Ένα πρωί φεύγοντας, κλείνεις τη πόρτα χωρίς ούτε καν εσύ ο ίδιος να ξέρεις πως θ’ αργήσεις τόσο να επιστρέψεις. Και ο χρόνος παγώνει μαζί με τις αναμνήσεις.

Στο τηλέφωνο μαθαίνεις κάποια νέα, το ίδιο και σε οικογενειακά τραπέζια αλλά όλο αυτό είναι πολύ επιφανειακό και δεν σ’ ακουμπάει. Πρέπει να το ζήσεις για να το νοιώσεις. Να κοιτάξεις, ν’ ακουμπήσεις, να μυρίσεις, να περπατήσεις. Να γυρίσεις. Και γύρισα.

Βγαίνοντας απ’το αμάξι, αμηχανία. Τίποτα δεν είναι ίδιο. Ίσως φταίει ότι είναι ακόμη αρχή, όλα θέλουν τον χρόνο τους. Ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι και το χέρι αυθόρμητα ψάχνει να βρει στο ραδιόφωνο έναν οποιοδήποτε τοπικό σταθμό. Περιμένεις να έρθει το πρωινό, σηκώνεσαι πρώτος και βγαίνεις έξω αθόρυβα και μυστικά ενώ κοιμούνται όλοι. Ίδιος με λαγωνικό φερμάρεις κάθε μέρος που γύρναγες πεζός ή με το ποδήλατο, τα βήματά σου ξετρυπώνουν κάθε ανάμνηση που σε περιμένει ατόφια να εμφανιστείς. Περνάς απ’ το σημείο όπου έγινε το μεγάλο χτύπημα με το ποδήλατο, χαζεύεις το μέρος που είχατε το δεντρόσπιτο καθώς τώρα δεν υπάρχει τίποτα που να το θυμίζει, σταματάς έξω απ’ το σπίτι όπου έμενε ο πρώτος σου έρωτας και την αυλή του όπου της έδωσες ένα ερωτικό γράμμα μέσα στον ασπρομπλέ φάκελλο της αλληλογραφίας. Απ’ έξω έχει ένα κηδειόχαρτο. Για δευτερόλεπτα πιάνεις τον εαυτό σου να ψάχνει με αγωνία το όνομα, ευτυχώς είναι μιας γιαγιάς 96 ετών, ευτυχώς ό,τι δεν ξέρεις δεν υπάρχει κι αν υπάρχει θα πρέπει να είναι καλά όπου κι αν είναι. 

Επιστροφή στο σπίτι με τα πόδια μες το ψιλόβροχο, πουθενά ο χωματόδρομος που λέρωνες τα παπούτσια. Ανοίγεις την εξώπορτα και σου φαίνεται ότι έφτασες πολύ γρήγορα, έχει περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή που ήσουν μικρός και νόμιζες και τα μικρά μεγάλα. Μόνη εξαίρεση το ψιλόβροχο που πέρασες για καταιγίδα. Ίσως φταίει που οι ηλεκτρικές εκκενώσεις ήταν μόνο δικές σου.

Ο νους μας είναι αληταριό που όλο θα δραπετεύει

  

Έξι παρά, φθινόπωρο, Αθήνα. Είναι η ώρα που πέφτει αργά ο ήλιος και μες το αυτοκίνητο έχεις να διαχειριστείς κίνηση, τηλέφωνα, μουσική, συνοδηγό, εικόνες, σκέψεις. Προσπερνώ έναν παππούλη που στέκεται ακίνητος στη μέση της καθέτου που συναντά τον δρόμο μου περιμένοντας να δει τί θα κάνω. Δεν κουνάει ούτε βλέφαρο όπως με κοιτάει – όχι εμένα, τη λαμαρίνα – δεν πάει ούτε εμπρός ούτε πίσω. Δεν είναι ότι αφήνει σε μένα τη πρωτοβουλία, απλά είναι παραδομένος στο αυτοκίνητο, δεν διεκδικεί ούτε ένα εκατοστό γης για τον εαυτό του, περιμένει να δει τί θα κάνω και πού θα πάω για να μου παραχωρήσει τον χώρο. Δεν ήταν ευγένεια αυτό που έβλεπα στα μάτια του. Ήταν μια δημόσια παραδοχή ήττας. Θα μπορούσα να νοιώθω δυνατός και από θέση ισχύος αν στο ίδιο σημείο το περασμένο Σάββατο ένα τζιπάκι δεν παραβίαζε το στοπ, χτυπώντας με δύναμη το αυτοκίνητο που βρισκόταν στο ίδιο σημείο με μένα τώρα.

Ο κόσμος εκτός από μικρός είναι και μια αλληλουχία πραγμάτων. Εκεί που είσαι ήμουνα, εδώ που είμαι θά ´ρθεις, όταν εσύ πήγαινες εγώ ερχόμουν και ναι, η γη είναι στρογγυλή και γυρίζει.

Έξι ακριβώς, ο Χ προσγειώνεται στο Όσλο σε αναζήτηση μιας καινούργιας ζωής. Είναι η στιγμή της Ιστορίας όπου τα λεφτόδεντρα του εξωτερικού έχουν περισσότερους καρπούς σε σχέση με τα αποξηραμένα δικά μας. Δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που το προσπαθεί. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι οικονομίες των πρώτων χρόνων του Χ θα πάνε σε αποπληρωμή των χρεών που πρόλαβε να δημιουργήσει η ατομική του επιχείρηση που πλέον έκλεισε. Σε τρία χρόνια ζωής. Όπως ακριβώς συνέβη και σε αρκετούς ακόμη που γνωρίζω. Τα ζιζάνια που θρέφτηκαν μέχρι τώρα στο ίδιο χώμα με τα λεφτόδεντρα, θα συνεχίσουν να ποτίζονται από τα λιγοστά χρήματα που θ’ αρχίσουν να έρχονται. Κανένα πρόβλημα όσο η μνήμη παραμένει κοντή.

Έξι παρά και στο Όσλο αυτή τη στιγμή ο ουρανός θα είναι σίγουρα διαφορετικός σε σχέση με τον δικό μας. Όπως και η θερμοκρασία, το κλίμα, ο τρόπος ζωής και πολλά άλλα. Για παράδειγμα, εκεί οι πεζοί δεν στέκονται στη μέση του δρόμου να περιμένουν τα αυτοκίνητα για να διασχίσουν τα στενά, η όποια ήττα είναι προσωπική και σιωπηλή, δεν κυκλοφορεί στους δρόμους ούτε ομολογείται δημοσίως γι’ αυτό και είναι πολύ πιο βαθιά και εσωτερική. Εκεί το κράτος δεν έχει μερίδιο ευθύνης στις επιλογές σου, αν σε κάτι αποτύχεις ο φταίχτης είσαι αποκλειστικά εσύ, τα ιδιωτικά προβλήματα λύνονται εντός των τειχών εμπλουτίζοντας πιο σκοτεινές στατιστικές, δεν υπάρχουν Νορβηγοί μετανάστες στη πτήση προς Αθήνα, μόνο τουρίστες. 

Τόσες χιλιάδες χρόνια και κάποια εκατομμύρια κύκλοι γύρω από τον άξονά μας δεν πήγαν τσάμπα στη διαδρομή από τα τείχη στους τοίχους, ύστερα στους φράκτες και κατάληξη στις χρυσές φυλακές. Καταφέραμε να εκπληρώσουμε μια τραγική ειρωνία που όσο πιο αόρατα θέλει να είναι τα σύνορα άλλο τόσο αδιαπέραστα να τα κάνει. Τουλάχιστον σου μένει η προτροπή της αεροσυνοδού όταν σερβίρει το δίσκο με το γεύμα. “Καλή σας απόλαυση!”

Η τελευταία φορά

  

“Να ξέρεις φίλε μου πως ήταν το τελευταίο πακέτο αυτό που σου έφερα με τα 20 στο κουτί. Το άλλο όπως βλέπεις είναι χάρτινο και θα έχει τη μισή τιμή και 10 τσιγάρα μέσα. Στο λέω γιατί εγώ για σένα τα παράγγελνα, να το ξέρεις πως αυτό ήταν. Τέλος!”

Ήταν οι κουβέντες του ψιλικατζή της γειτονιάς, όταν του ζήτησα το πακέτο μου. Δεν μπόρεσα να δεχτώ εύκολα τη πληροφορία, κοιτούσα το πακέτο που μου είχε εμφανίσει πάνω στον πάγκο του και δεν έπαιρνα τα ρέστα μου για δευτερόλεπτα. Στο πρόσωπό του είδα ένα χαμόγελο συγκατάβασης μαζί με μια λύπη γιατί έπρεπε αυτός να κάνει τη δυσάρεστη ανακοίνωση αλλά και τη κατανόηση ενός ανθρώπου του πεζοδρομίου προς το πρόσωπό μου, ένας βουβός θρήνος για όλα αυτά τα μικρά που μας δίνουν χαρά όταν τα κάνουμε μεγάλα και που τώρα πια πρέπει ν’ αποχωριστώ.

Γύρισα σπίτι και βγήκα στη βεράντα να κάνω ένα τσιγάρο. Έβαλα τα δυο πακέτα δίπλα δίπλα και μπήκα στον πειρασμό να σκεφτώ κάποιες από τις “τελευταίες φορές” της ζωής μου, αποχωρισμούς που έμαθα να διαχειρίζομαι παρά τη θέλησή μου με αυτά τα μικρά μεγάλα πράγματα που ομορφαίνουν το μέσα μας. Μέτρησα διάφορες τελευταίες φορές στα συννεφάκια του καπνού που έστελνα στον ουρανό που είτε αφορούσαν επιλογή τρίτων που έπρεπε ν’ ακολουθήσω όπως έναν καφέ στο παλιό Journal στη Θεσσαλονίκη πριν κατέβω, ένα ποτό στο Mo Better πριν κλείσει, τα χωμάτινα πηγαινέλα από Κατάπολα σε Αιγιάλη τη χρονιά πριν στρώσουν την άσφαλτο, την Εστία πριν κλείσει στη Σόλωνος, το γέμισμα του ρεζερβουάρ στη Mobil του Νότη στη Πανόρμου είτε αφορούσαν επιλογή μου όπως το παρκάρισμα των πλήκτρων στο δωμάτιο μετά από ένα live στον Πειραιά ή τον μεσημεριανό καφέ στο Rezin. 

Μεταξύ όλων όμως, δύο είναι οι τελευταίες φορές που ξεχώρισα. Το τελευταίο μου πακέτο Pall Mall άφιλτρα, η για χρόνια ολόκληρα συντροφιά μου σε απώλειες δικών μου ανθρώπων, χωρισμούς, στρατό, συναυλίες, βόλτες, τα πιο όμορφά μου νιάτα. Και η τελευταία μέρα που εξέπεμψε ο Ρόδον FM. Ο σταθμός που άκουγα αποκλειστικά σχεδόν όλες τις ώρες της ημέρας με μουσικές που μαζί τους διάβαζα βιβλία, έδινα εξετάσεις, έκανα έρωτα, διασκέδαζα, με ήχους και κριτικές δίσκων που άκουγα από παραγωγούς όπως ο Μηλάτος, ο Δασκαλόπουλος, ο Θοδωρής Μανίκας, με τη παρέα που μου έκαναν οι εκπομπές του Αντώνη Μπόκτορ μετά τα μεσάνυχτα και οι κουβέντες που κάναμε στο τηλέφωνο μαζί, τη “μυστική” συναυλία με τους Mary Chain στη παραλία, πόσα να θυμηθώ για να περιγράψω την ένταση που μου δημιούργησε η ανακοίνωση πως σταματάνε. Ακόμη και σήμερα δεν έχω καταφέρει να δεθώ με έναν σταθμό και τους ανθρώπους του τόσο πολύ όσο με τον Ρόδον.

Αν και προσπάθησα να εξηγήσω με επιχειρήματα τη λογική της εταιρείας που την οδήγησε στην κατάργηση του πακέτου, δεν βρήκα κατάληξη. Ίσως τελικά να μην έχει να κάνει ούτε με λογική, ούτε με επιχειρήματα. Ίσως απλά να είναι άλλη μια σελίδα στο βιβλίο με τις ιστορίες που περνάνε προφορικά από γενιά σε γενιά, φορτωμένες με αναμνήσεις και συγκινήσεις των οποίων  η προϋπόθεση ύπαρξης, είναι η ταυτόχρονη ανυπαρξία της ύλης που θα μπορούσε να τις απομυθοποιήσει σε κάποια αφήγηση.

Η ώρα του θερισμού

%ce%ac%ce%b3%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%80%cf%8c%cf%81%ce%bf%cf%82_1

Ο σπόρος είναι η βάση του κύκλου της ζωής. Το τί είμαστε εξαρτάται από το τί τρώμε. Και το τί τρώμε, εξαρτάται από το τί σπέρνουμε.  Από την άλλη ο Σταύρος δεν είναι κανένας τυχαίος. Είναι αδερφός. Φίλος και κολλητός καρδιακός. Ο Σταύρος είναι γείτονας αν όχι πελάτης του γραφείου. Ένας από μας που μείναμε εδώ και όλοι εμείς στη συσκευασία του ενός, ίσως και λίγο πιο πάνω από τον μέσο όρο αν σκεφτεί κανείς τους βολεψάκηδες, τους μαμάκηδες, τους εισοδηματίες και όσους έφυγαν για το εξωτερικό. Δεν είναι πολλοί αυτοί που είναι διατεθειμένοι να τα βάλουν με το Θηρίο.

Μετά τη παράσταση, τρία με τέσσερα πράγματα έμειναν στο μυαλό μου. Πρώτο, πως η συμπεριφορά του Σταύρου δεν είναι και τόσο επιλογή του όσο νομίζουμε αρχικά.  Όσο κυλάει το έργο, περισσότερο φαίνεται ως αναγκαία συνθήκη,  να γεμίζει δηλαδή το κενό της διεφθαρμένης εξουσίας που του αφήνει χώρο καθώς από ένστικτο επιβίωσης τάσσεται με τη “νομιμότητα” αφήνοντάς τον μόνο στις παρυφές της παρανομίας παρά ως αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής ενός ρόλου αντιήρωα του χωριού.  Ο Σταύρος δεν είναι ο πρωταγωνιστής. Πρωταγωνίστρια είναι η εξουσία,  κρατική και θεσμική, καθεμία με την ιεραρχία της, το οργανόγραμμά της και τις προκαταλήψεις της απέναντι στους απόκληρους που η ίδια δημιουργεί ακριβώς για να δικαιολογεί την παρουσία της.

Δεύτερο κρατούμενο, η σκληρότητα των ανθρώπων του κάθε λογής επαρχιακού μικρόκοσμου που σε θέλει να ταπεινώνεσαι και να τσαλακώνεσαι όταν υπερτιμάς τις δυνάμεις σου. Δεν υπάρχουν φίλοι στη δύσκολη. Υπάρχουν μόνο αυτοί που διατάσσουν και αυτοί που εκτελούν διαταγές σύμφωνα με την ορολογία του πρωτοκόλου. Εκεί ακριβώς που το αμάξι γίνεται όχημα και ο παραλίγο εραστής, όργανο της τάξης.  Σκληρότητα που γεννήθηκε ως ένστικτο επιβίωσης, εξελίχθηκε ως σύγχρονος Καιάδας σε άγραφο κώδικα διαλογής των δυνατών από τους αδύναμους και που με την αστυφιλία, μετανάστευσε κατά κύματα από τα χωριά στις πόλεις κι έπιασε να γεμίζει κάθε μικρή στιγμή της καθημερινότητάς μας.  Πόσες φορές στη ζωή μας δεν βρεθήκαμε σε κάποιο αδιέξοδο που στο τοίχο του έγραφε με έντονα γράμματα “εγώ υπάλληλος είμαι, διαταγές εκτελώ¨. 

Τρίτο που κράτησα, πως όσο καταφέρνεις να κινείσαι στα όρια, τόσο πιο καθαρά είναι τα μάτια σου σε σχέση με αυτά που οι υπόλοιποι τείνουν να ξεχάσουν, απασχολημένοι όπως είναι στο να δίνουν όρκους πίστης σε ένα σύστημα τους καρπούς του οποίου δεν μπορούν ν’ απαρνηθούν. Ανατριχιαστικό το πόσο διαπεραστική και καίρια η ματιά του Σταύρου στη παθογένεια της οικογένειας του Γερμανού αγνοούμενου, στην άρνηση των γονιών του ν’ αποδεχτούν την απόρριψη, ανατριχιαστική και η θύμηση του πόσο κρυστάλλινη ήταν η εκδήλωση των συναισθημάτων των παιδιών μας όταν ήταν σε μικρή ηλικία και πώς αλλάζουν διαδρομές αυτά που εκφράζουν ενώ ενηλικιώνονται.

Τέταρτο και τελευταίο, ο Σταύρος δεν είναι συμπαθής επειδή αναγκάζεται να υποστεί διάφορα, πότε απ’ τους προκατειλημμένους ξένους και πότε από τα όργανα της τάξης. Είναι συμπαθής, γιατί διαπραγματεύεται τη ζωή του ερχόμενος “από τα κάτω”, ο αξιακός του κώδικας δεν δέχεται τον υποτιμητικό τρόπο που τον κοίταζαν ενώ αναπαριστούσε το σφάξιμο του γουρνουνιού,  πράξη βιοπορισμού από πλευράς του που του δίνει ένα ηθικό πλεονέκτημα απέναντι σε όσους υποκρίνονται κάτι που δεν είναι. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τον Σταύρο πίσω από ένα γραφείο να φωνάζει προμηθευτές για να τους κουρέψει το υπόλοιπο ή υπαλλήλους για να ψαλιδίσει τον μισθό τους ενώ θα οργάνωνε την νοικοκυρεμένη πτώχευσή του.

Κάπως έτσι με άφησε η παράσταση. Με την επίγευση από τη πίκρα που αφήνει η γεύση του καπνού στα παγωμένα σου χείλη, όταν ανάβεις τσιγάρο σ΄ένα καθαρό και ανοιχτό περιβάλλον.

*Εξαιρετικό κείμενο, ερμηνείες, ατμόσφαιρα, δεν αντέχουν κριτικής, είναι το καλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει κάποιος θεατρόφιλος στον εαυτό του.

Ο συνωστισμός της αφετηρίας


Τον Σεπτέμβριο είναι ο τρύγος. Τα πρωτοβρόχια, τα κίτρινα φύλλα στα δέντρα, το ξεκίνημα του σχολείου. Νομίζω πως είναι η πραγματική αφετηρία της χρονιάς αφήνοντας την ημερολογιακή για αργότερα, περίπου όπως ακριβώς τα εγκαίνια ενός μαγαζιού έπονται της ημέρας που ουσιαστικά ξεκινά να δουλεύει. Είναι ο μήνας που οι διαθέσεις είναι έρμαια μιας εγκλωβισμένης κυκλοθυμικότητας όπως όταν οδηγούμε πίσω από κάποιο αυτοκίνητο, ανάβει το φανάρι πορτοκαλί και κυριολεκτικά μέχρι τη τελευταία στιγμή δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ο προπορευόμενος θα σταματήσει ή τελικά θα το περάσει και μαζί του θα το περάσουμε κι εμείς. Σκηνή που νομίζεις πως κάποιος σαδιστής θεατής βλέπει συνεχώς εις βάρος μας στο repeat. Ίσως μόνη λύση απέναντι σ’ αυτούς τους καθημερινούς μας μικρούς θανάτους, πότε εικονικούς, πότε ψηφιακούς και πότε πραγματικούς θα ήταν εν τέλει να τους αποδεχτούμε και να μην τους αντιστεκόμαστε. Αυτό μπορεί να τους έκανε μέχρι και λυτρωτικούς. Και τότε, ο Σεπτέμβριος θα γινόταν απλά ο μήνας πριν τον Οκτώβριο. Κάτι που και ο ίδιος μπορεί να ήθελε.

Μεσάνυχτα στους δρόμους της πόλης

Για να πάω στο προορισμό μου είχα δύο επιλογές. Η πρώτη, από Λ. Αλεξάνδρας να στρίψω Πατησίων, να μπω δεξιά στην Ομόνοια, να κατέβω την Αγ. Κωνσταντίνου και στο Εθνικό Θέατρο να κάνω αριστερά για να βγω Πειραιώς. Η δεύτερη ήταν να συνεχίσω από Λ. Αλεξάνδρας ευθεία κάτω την Ιουλιανού, να στρίψω αριστερά στην Αριστοτέλους, να συνεχίσω ευθεία στη Σωκράτους όπως γίνεται μετά τη πλατεία Βάθης και να κάνω δεξιά μόλις συναντήσω την Αγ. Κωνσταντίνου. Επειδή συνήθως επιλέγω τη δεύτερη διαδρομή, για λόγους εναλλαγής αυτή τη φορά προτίμησα τη πρώτη.

Από τα πρώτα ήδη μέτρα, φάνηκαν οι μεταξύ τους διαφορές και δεν αφορούσαν τον αριθμό των φαναριών που συναντάς ή τη διάρκειά τους. Είχε να κάνει με δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας πόλης. Από τη μία πλευρά, η καθαρή και περιποιημένη Πατησίων που στο φόντο της έχει καρφιτσωμένη την Ακρόπολη, με τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και τα πολλά πορτοκαλί φώτα να ζεσταίνουν το γκρι της ασφάλτου και των γύρω κτιρίων, μαζεύοντας έτσι λίγη απ’ την άπλα που πάει να συνηθίσει το μάτι. Ακολουθώντας κάποιους άγραφους κανόνες μάρκετινγκ που ορίζουν πως το ν’ αδημονείς για κάτι σε κάνει να το θέλεις περισσότερο, περνάς κάποια δευτερόλεπτα αναμονής στο κόκκινο φανάρι της γωνίας Πανεπιστημίου με Πατησίων. Όχι πολύ, τόσο όσο χρειάζεται ώστε να πάρεις μια ιδέα από τα φώτα στις βιτρίνες του Λουμίδη και του αρτοποιείου στη γωνία, των περαστικών που περνούν απέναντι και των αυτοκινήτων που διασχίζουν κάθετα το οπτικό σου πεδίο, σημάδια που σε προδιαθέτουν για το πού περίπου βρίσκεσαι και που σε προετοιμάζουν για να μπεις στη πλατεία Ομονοίας. Ανεξαρτήτως γούστου και αισθητικής, εδώ νοιώθεις πως η πόλη προσπαθεί να σου βγάλει το καλό της πρόσωπο. Πόσο μάλλον όταν ξέρεις καλά και αυτό που δεν δείχνει.

Η Ιουλιανού είναι πιο στενή από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας αλλά έτσι κι αλλιώς δεν προλαβαίνεις να τη συνηθίσεις. Λίγο μετά και στρίβοντας αριστερά στην Αριστοτέλους, θα βρεθείς με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα αριστερά, δεξιά κι εσένα να νοιώθεις ήδη πιο ασφυκτικά τα κτίρια από πάνω σου. Σφίγγεσαι λίγο απ’ το σκοτάδι που νοιώθεις, όχι γιατί είναι τόσο σκοτεινά όσο γιατί το φως δεν διαχέεται παντού όπως στη λεωφόρο, εδώ νομίζεις πως το σκοτάδι εφάπτεται μιας νοητής γραμμής κάτω από την οποία έχεις το ελεύθερο να κυκλοφορείς. Τα μαύρα παράθυρα στο κτίριο του Στασινόπουλου αριστερά και στο υπουργείο Υγείας δεξιά, σε συνδυασμό με τη σκοτεινή Μάρνης, σε προδιαθέτουν για κάτι το διαφορετικό.

Περνώντας απέναντι την Αριστοτέλους που γίνεται Σωκράτους, διασχίζεις το τελευταίο σύνορο μεταξύ προσχημάτων φτιασιδωμένης ομορφιάς και γνήσιας, ατόφιας φθοράς. Εδώ η πόλη δεν διστάζει να σου αποκαλύψει τί κρύβει μακριά από τη βιτρίνα της. Μαγαζιά με μόνιμα κατεβασμένα τα σιδερένια ρολλά τους, καφενεία που δεν τα εμπιστεύεσαι εύκολα το βράδυ, βρώμικοι δρόμοι και πεζοδρόμια, κορίτσια που περιμένουν να ψωνιστούν από περαστικούς μόλις στη γωνία μετά το αστυνομικό τμήμα, άντρες που κάθονται στα σκαλάκια κτιρίων δυσκολεύοντας τους αδαείς τουρίστες που έκλεισαν φθηνή διαμονή μέσω διαδικτύου κάπου εκεί γύρω και τώρα απομακρύνονται βιαστικά και σε ομάδες. Σε κάποια σημεία αναδύεται και μια μυρωδιά αμμωνίας που επιτείνει την αίσθηση πως αυτό το κομμάτι γης είναι πιο παραμελημένο από άλλα ενώ ο σκοτεινός όγκος του Εφετείου, είναι το τελευταίο εμβληματικό αντίο της εναλλακτικής αυτής διαδρομής πριν μπεις στα φώτα της Αγίου Κωνσταντίνου και χαλαρώσεις λίγο από την ένταση της επιφυλακής που σε κρατάει μέχρι τώρα σε υπερένταση.

Στρίβοντας από το Εθνικό Θέατρο αριστερά τη Μενάνδρου και έχοντας πλέον και τις δύο διαδρομές εντυπωμένες στο μυαλό, σίγουρα μπορείς να πεις πως μετάνιωσα γι’ αυτή που είχα διαλέξει. Είναι ωραία τα φώτα και τα στολίδια για να τραβάνε τη προσοχή σου και τα χρειάζεσαι κάποιες στιγμές που θες έναν από μηχανής θεό για να βγεις απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητάς σου αλλά κυρίως ζεις με τον άλλο έχοντας κάνει ο καθένας τις παραδοχές του. Δεν είναι έλλειψη εναλλακτικής η αποδοχή του άλλου όπως είναι. Είναι αληθινή τρυφερότητα το να σκύβεις πάνω απ’ τα σημάδια του για να τα χαϊδέψεις και αγάπη το να την βρίσκεις όμορφη έτσι όπως μεγαλώνει μαζί σου προσπαθώντας πάντα να προσαρμοστεί στις ανάγκες των καιρών.

Αυτό είναι που κάνει τη μελαγχολία σου δική μου, στο τρόπο που σε βλέπω οι αναμνήσεις είναι πολύτιμος συνοδηγός, δεν ασχημαίνουν τα πεζοδρόμια που περπάτησα πηγαίνοντας σε σχολές και φροντιστήρια, ούτε αλλάζουν οι διαδρομές σε καφενεία και βιβλιοπωλεία επειδή άλλαξαν τα δεδομένα μας. Περισσότερο από ποτέ, χθες κατάλαβα ότι είμαι πιο κοντά με τα τζάνκις που σέρνονται στα σκοτάδια σου παρά με τους γηγενείς τουρίστες στην ίδια τους τη πόλη. Δεν είναι θέμα αισθητικής. Είναι περισσότερο που δεν θέλεις κανέναν για να σε σώσει από τον εαυτό σου, που η έξωθεν καλή εικόνα όσο μεγαλώνεις μοιάζει κενή νοήματος, έχουν το σκοπό τους οι πληγές και τα σημάδια που απέκτησες στη πορεία του χρόνου, κι αυτά δικά σου είναι, είναι που πρέπει να το μάθω πως στόχος είναι να περάσεις αυτή και μόνο τη μέρα, την άλλη μια μέρα εδώ. Αν δεν ήταν οι αργές αλλαγές σου, θα είχα τρελαθεί με όλα όσα αλλάζουν πλέον γύρω μου με ταχύτητα φωτός αν και παραμένουν ίδια κατά βάθος. Αν δεν ήσουν εσύ το δίχτυ ασφαλείας μου, δεν θα μπορούσα να επιλέξω την ισορροπία στο κενό για νούμερό μου.

Χθες το αποφάσισα. Τέλος, δεν θα ξαναπάω από Πατησίων. Είναι κάτι που αφορά μόνο εμάς τους δύο, εμένα και την πόλη μου, αυτή τη πόλη που βρίσκεται κάτω από τις λεωφόρους και τα φώτα.

Θεός μόνος

Είναι κάτι παιδιά που απορροφούν σχεδόν το εκατό τοις εκατό από τον χρόνο σου. Ζητούν τη πλήρη αφοσίωσή σου, δίνουν άπλετο χρόνο για να επαναδιαπραγματευτείς τα θέλω και τα επί της γης μπορώ σου, αρκεί να είσαι μαζί τους, δίπλα τους, κοντά τους. Χωρίς κανείς σας να το επιλέξει, είστε μαζί, ο ένας εκλεκτός του άλλου για να μοιράζεστε τον “ποιοτικό χρόνο” που σας αναλογεί.

Είναι κάτι παιδιά που ακόμη κι όταν μεγαλώνει το σώμα τους, παραμένουν μέχρι τέλους παιδιά. Ακόμη κι εγώ, δεν ξέρω τί μπορεί να σημαίνει αυτό. Περισσότερο το βλέπω σε κάποια μάτια όπως με κοιτάνε βαθιά με τις διεσταλμένες τους κόρες. Δέρμα απαλό και τρυφερό, μαλλιά που αργούν να ασπρίσουν, δάχτυλα που σε κρατούν σφικτά όταν σε βάζουν στη παλάμη τους, γέλιο αυθόρμητο, ίδιο από πάντα, παγωμένο στο χρόνο.  Είναι η στιγμή που νοιώθεις πως δεν υπάρχει καμιάς θρησκείας θεός που να μην έχει φτιαχτεί κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση αυτών των παιδιών. Η στιγμή που στέκονται όλοι ίδιοι μέσα στη διαφορετικότητά τους, μόνοι αλλά όχι μοναδικοί.

Είναι κάποιοι γονείς, που αυτό που τους ανησυχεί περισσότερο, είναι να μη φύγουν αυτοί πριν από τα παιδιά τους.